ZΥΡΑΝΝΑ ΖΑΤΕΛΗ

Η Ζυραννα Ζατελη γεννηθηκε το 1951 στον Σοχο Θεσσαλονικης. Σπουδασε θεατρο στην Αθηνα, μα δεν ασχολειται παρα με το γραψιμο. Ζει αναμεσα στην Ελλαδα, στη Γαλλια και στην Πορτογαλια.
Η Περσινη αρραβωνιαστικια ειναι το πρωτο της βιβλιο με διηγηματα (1984). Ακολουθησε το Στην ερημια με χαρι (1986), επισης με διηγηματα, και το 1993 κυκλοφορησε το μυθιστορημα της Και με το φως του λυκου επανερχονται, και 2001 Με το παραξενο ονομα Ραμανθις Ερεβους Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΗΡΘΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ.
 
Περσινη αρραβωνιαστικια

(περικοπη)

Αρραβωνιαστικα με τον Μαρκο το βραδυ της Πρωτοχρονιας του χιλια εννιακοσια εξηντα ενα. Μυστικα τελεσαμε τον σπανιο αρραβωνα. Οχι στην καμαρα μπροστα στους αλλους, αλλα εξω στις σκαλες βγηκαμε. Μες στο σκοταδι, σ’ ενα ευχαριστο κρυο. Χιονιζε, και η ασπραδα, η λαμψη του χιονιου εκαναν πραγματικα ονειρικη εκεινη την νυχτα.
Μονοι ολομοναχοι εκει στις σκαλες, να χωνω το κεφαλι μου στην ζεστη κοιλια του κι αυτος να μου γλειφει τον λαιμο, τον σβερκο.
«Α, Μαρκο, Μαρκο», του ελεγα, «δεν εινε σαν ονειρο ετσι οπως δεν μας βλεπει κανενας;»
Δεν ειπε τιποτα, μονο τριφτηκε στο αυτι μου καθως συμφωνουσε, γιατι ο Μαρκος πολυ σπανια μιλουσε, και τοτε δεν εμοιαζε καθολου με τους αλλους οταν μιλουν. Σχεδον ημουν η μονη που τον καταλαβαινε, και ηταν κι αυτο ενας λογος που μ’ αγαπουσε τοσο.
Μυστικος λοιπον ο αρραβωνας μας, κρυφος και ιερος, μονο εγω κι εκεινος το ξεραμε, και οι αλλοι που λεγαν τα δικα τους. Αυτοι οι αλλοι βεβαια πιστευαν πως ημουν πολυ μικρη ακομη, αλλα αυτο δεν ειχε καμμια σημασια για μενα. Ουτε για κεινον.

Τον Μαρκο τον γνωρισα οταν ειχα γνωρισει κιολας αυτο που τα ‘λεγα πρωτη μοναξια της ζωης (μου). Δεν ηταν κι ευκολο για τοτε. Ειδα μια μερα τον Μαρκο διπλα στην μανα του, κατι σ’ αυτον μου μιλησε με την πρωτη ματια, τον πλησιασα, χαιδεψα το κεφαλι του και του ειπα:
«Εισαι ο Μαρκος. Θελεις να ζησουμε μαζι;»


Για μια ιστορια που δεν συνεβη

(περικοπη)

Μετα απο καποιες απεριγραπτες περιπετειες βρεθηκα σε μια ξενη χωρα, να φτανω μεσανυχτα και κατι σε εναν απο τους σιδηροδρομικους σταθμους της. Καποιος με ξυπνησε στο βαγονι και ειπε το ονομα της πολης Χ., οχι οπως το ηξερα στην μητρικη μου γλωσσα, ουτε καν στην αγγλικη. Πηρα τα ελαχιστα πραγματα μου, ενω κατι μπαλλακια του πινγκ-πονγκ ανεβοκατεβηκαν στο λαρυγγι μου – γνωστη κινηση ανακαταταξεως της αγωνιας η αδημονιας στους σιδηροδρομικους σταθμους, και δη τους αγνωστους, οπου για πρωτη φορα βρισκεσαι. Κατεβηκα και περιμενα.
Αν με ρωτησεις ποιον, θα πω κανεναν. Διοτι αυτος που θα μπορουσε να με περιμενει ειχε απελπιστει να περιμενει εφτα μερες κι εγω δεν φανηκα. Οχι απο καποιο καπριτσιο μα απο αναπαντεχες αντιξοοτητες, που συνθετουν μια απο τις αοριστως προαναφερομενες περιπετειες.
Την επομενη, προς το μεσημερι, ημουν ξαπλωμενη και ζεστη διπλα του σ’ ενα κρεββατι. Το κρεββατι ηταν στο πατωμα, και ψηλα, κοντα στην οροφη, ηταν ενα μεγαλο παραθυρο με καταλευκα τζαμια.
«Τα ‘βαψες ασπρα;» τον ρωτησα.
«Οχι», με πληροφορησε, «ειναι ο ουρανος».
Σ’ εκεινη την χωρα κι ο ουρανος ακομα ηταν χιονισμενος. Κι οταν εβγαινα στον δρομο, ειχα την εντυπωση πως σκιζω την ομιχλη για να περασω, πως θα μπορουσα να παρω ενα κομματι ομιχλη και να το βαλω στην τσεπι μου, για να δω με την ησυχια μου στο σπιτι τα συστατικα της. Η πρωτη παρομοιωση που μου ηρθε ηταν ‘’σαν ξιγκι’’. Το ‘γραψα σε μια καρτα, μαζι με διαφορα αλλα, που δεν ηξερα που να την στειλω κι απλως την διαβαζα και την ξαναδιαβαζα, ωσπου κουραστηκα. Καθομουν σ’ ενα παραθυρο, οχι εκεινο κοντα στην οροφη, σε αλλο δωματιο, και κοιταζα την ομιχλη με τις ωρες. Δεν μπορω να πω τι ακριβως σκεφτομουν – μονο πως ελαχιστα ηταν τα πραγματα που δεν σκεφτομουν. Με τυλιγε μια μυρουδια αρωματικου κεριου – ηλιοτροπιου: για τον απλουστατο λογο οτι δεν μου θυμιζε καμμια γνωστη η σπανια μυρουδια, γι’ αυτο και το απεδωσα στην αγνωστη οσμη του ηλιοτροπιου. Ακουγα την ιδια μουσικη επι μερες. Ηταν, θαρρω, Μπαχ. Και με τον Γιοχαν ζουσα μεσα στο πιο απελπιστικο παθος.


Μανιωδης του καπνου

(περικοπη)

Οσο κι αν φαινεται παραξενο, ο δρομος που εμενα για δωδεκα μηνες περιπου στην νοτιοανατολικη μερια εκεινης της ανεμοδαρμενης θαλασσοβρεχτης πολης, τον πρωτο καιρο με εναν ζωγραφο απο το Ααχεν της Γερμανιας και μετα μονη, λεγοταν Οδος Της-Εποχης-Που-Τα-Φιδια-Αλλαζουν-Πουκαμισο.
Νοικιαζα ενα δωματιο στο σπιτι του Ειρηναιου, ενος εντοπιου καπνοπωλη. Το μαγαζακι του ηταν στην απεναντι γωνια, κατο απο μια (διαστικτη απο τρυπες) τεντα με φικους και φτερες. Μακρια κλαδια απο φτερες και φικους, που ειχαν απο καιρο πια χασει το χρωμα και την λαμψη τους. Απο κατω το μισοσκοτεινο μικροσκοπικο μαγαζι, γεματο ραφια με τσιγαρα. Ηταν χονδρικης και λιανικης πωλησεως.
Περασαν νερα το φθινοπωρο απ’ τους τοιχους και δεκαδες πακεττα βραχηκαν. Ο Ειρηναιος αναψε φωτια στο δωματιο του και τα απλωσε να στεγνωσουν. Εκεινα μισοστεγνωσαν, εξωτερικα τουλαχιστον, κι οταν βγηκε ο ηλιος σε μερικες ημερες, μου ζητησε να τα βαλουμε να στεγνωσουν καλυτερα στο μπαλκονι που ειχε το δικο μου δωματιο. Του εκανα την χαρι και ηλπιζα πως τωρα επιτελους θα φιλοτιμηθει ο Ειρηναιος να μου δωσει μερικα πακεττα, απ αυτα εστω τα μισομουχλιασμενα τσιγαρα.
Τα χρηματα που επαιρνα κανοντας διαφορες περιστασιακες μικροδουλειες ισα που μου εφταναν να του πληρωνω το νοικι και να ψευτοζω. Μου ελειπαν τα τσιγαρα, η ανεση ν’ αγοραζω, οπως εκανα αλλοτε, τεσσερα-πεντε πακεττα αντι για ενα την φορα – μια πολυτελεια που την θεωρουσα στοιχειωδη για εναν μανιωδη του καπνου.
Και το μαγαζακι του Ειρηναιου γεματο. Μου ειχε μεινει το ματι σ’ εκεινα τα ετοιμα να σωριαστουν απο το βαρος ραφια.

 

Copyright © by Balkanski književni glasnik – BKG, 2007.
Izbor Brankica Bogdanović
Prevod možete pročitati ovde

Nazad